Showing posts with label Τράπεζες. Show all posts
Showing posts with label Τράπεζες. Show all posts

Wednesday, May 09, 2018

Συνολική φορολογική ελάφρυνση αντί ειδικής μεταχείρισης

Σ​​ε ομιλία της στη Βουλή η υφυπουργός Οικονομικών Κατερίνα Παπανάτσιου αναφέρθηκε στην ανησυχία του υπουργείου για την εκρηκτική αύξηση των αποποιήσεων κληρονομιών και στο ότι εξετάζει μέτρα ανάσχεσής τους. Σημειωτέον ότι πέρα από τη μόνιμη απώλεια εσόδων, οι αποποιήσεις συνεπάγονται και έξοδα διαχείρισης για το Δημόσιο αλλά και σημαντικό κοινωνικό και πρακτικό κόστος, αφού τα ακίνητα των σχολαζουσών κληρονομιών κατά κανόνα ρημάζουν. Ετσι, η αρμόδια υφυπουργός υποσχέθηκε την αύξηση των δόσεων αποπληρωμής του αναλογούντος φόρου.

Ταυτόχρονα αναμένεται εγκύκλιος που θα ενεργοποιεί τις διατάξεις του άρθρου 52 του ν. 4276/2014 σχετικά με τη δυνατότητα των κληρονόμων να τον εξοφλούν εκχωρώντας στο κράτος ένα ή περισσότερα κληρονομούμενα ακίνητα. Η ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι ότι η συγκεκριμένη δυνατότητα θα αφορά μόνο «ολόκληρα αξιόλογα κληρονομιαία ή άλλα ακίνητα», καθώς και το ότι «σε καμία περίπτωση δεν αποδίδεται στον οφειλέτη η τυχόν διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου που προσφέρεται και του φόρου κληρονομιάς που οφείλεται».

Στην πράξη δηλαδή το αρμόδιο υπουργείο παραδέχεται ανοικτά ότι επιβαρύνει δυσανάλογα με ΕΝΦΙΑ και δεκάδες άλλους φόρους και τέλη, εκατοντάδες χιλιάδες ιδιοκτήτες «μη αξιόλογων» ακινήτων. Με άλλα λόγια, η ΑΑΔΕ δεν έχει κανένα πρόβλημα να υπολογίζει φόρους και επιβαρύνσεις με βάση υπέρογκες αξίες, αλλά όταν χρειαστεί να αποδεχθεί ένα ακίνητο έναντι φορολογικής οφειλής τότε, κατά τρόπο κυνικό και αμφιβόλου ηθικής, δέχεται μόνο τα «αξιόλογα». Ομοίως οι πλειστηριασμοί πλέον γίνονται στις εμπορικές τιμές, τις οποίες όμως ακόμη αδυνατεί να υπολογίσει σωστά το υπουργείο προκειμένου να επιβαρύνει ισορροπημένα τους ιδιοκτήτες. Την ίδια στιγμή οι τράπεζες ζήτησαν, δημοσίως και ανερυθρίαστα (ρεπορτάζ της κ. Ευγενίας Τζώρτζη στην «Κ» της 20.2.2018), να απαλλαγούν από τους φόρους που καταβάλλουν οι λοιποί πολίτες και επιχειρήσεις για τα ακίνητα δανειοληπτών που θα αποκτήσουν.

Πρόκειται για ακίνητα τα οποία θα εκπλειστηριάσουν και στη συντριπτική τους πλειονότητα θα αγοράσουν οι ίδιες, φοβούμενες ότι τυχόν μαζικές πωλήσεις σε τρίτους θα οδηγήσουν τις εμπορικές τιμές και την αντίστοιχη διασφαλιστική αξία των καλυμμάτων τους, σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα.

Συγκεκριμένα οι τράπεζες, ομοίως με τρόπο κυνικό και αμφιβόλου ηθικής, ζητούν την απαλλαγή τους από (ή τη μείωση) τον φόρο μεταβίβασης, από τα τέλη ακίνητης περιουσίας και από τον συμπληρωματικό ΕΝΦΙΑ, ακριβώς δηλαδή τους φόρους που έχουν οδηγήσει τα ακίνητα πολλών δανειοληπτών στο σφυρί.

Κάτι τέτοιο είναι προφανώς αντίθετο σε θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος μεταξύ των οποίων και του άρθρου 4 που ορίζει ότι: «1. Οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, 2. Οι Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις [...] και 5. Οι Ελληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Εκτός όμως από τα σοβαρά νομικά και ηθικά ζητήματα που προκύπτουν, έχουμε και στις δύο περιπτώσεις μία ιδιαίτερα μυωπική θεώρηση των προβλημάτων, αφού αυτά δεν είναι αυτοτελή αλλά απότοκα της εξωπραγματικής, βουλιμικής φορολογικής πολιτικής της χώρας, ιδιαίτερα ως προς τους φόρους και επιβαρύνσεις που συνδέονται με τα ακίνητα. Τόσο ο εκρηκτικά αυξανόμενος αριθμός των αποποιήσεων κληρονομιών όσο και η αδυναμία εκποίησης ακινήτων σε τρίτους από τις τράπεζες χωρίς να καταρρεύσουν οι ίδιες, προκαλούνται από ένα μη βιώσιμο φορολογικό σύστημα που καταστρέφει την οικονομία.

Η λύση δεν είναι στην εξασφάλιση ειδικής μεταχείρισης για την εφορία και τις τράπεζες εις βάρος πολιτών και επιχειρήσεων, αλλά η συνολική φορολογική ελάφρυνση με ταυτόχρονη μείωση των κρατικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ, που θα επιτρέψουν στη χώρα να ανακάμψει οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά. Γενικά τα προνόμια και οι μονομερείς ρυθμίσεις, πέραν του ότι προσβάλλουν το κοινό περί δικαίου αίσθημα, έχουν ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στην ίδια την οικονομική ανάπτυξη και στη γενική ευημερία του τόπου. Στο γνωστό βιβλίο του Acemoglou «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη» αναλύεται με τρόπο πειστικό η σημασία των ανοικτών θεσμών στην προκοπή μιας χώρας.

Τόσο στις προαναφερθείσες ρυθμίσεις του υπουργείου Οικονομικών όσο και στις προτάσεις των τραπεζών, έχουμε να κάνουμε με κλασικές περιπτώσεις αυτών που ο συγγραφέας ονόμασε «κλειστούς ή καταχρηστικούς θεσμούς» (στο πρωτότυπο αναφέρονται ως «extractive institutions»), οι οποίοι οδηγούν σε οικονομικό και κοινωνικό μαρασμό μία χώρα. Δυστυχώς στην Ελλάδα, παρά το πρόγραμμα προσαρμογής και την όποια μεταρρυθμιστική προσπάθεια, στο μέτωπο της ποιότητας των θεσμών μάλλον πήγαμε πίσω, με αποτέλεσμα η δημοσιονομική σταθεροποίηση να μην είναι στην πραγματικότητα βιώσιμη.

* φιλοξενήθηκε ευγενώς στην Καθημερινή της Κυριακής, της 6.5.2018

Friday, November 10, 2017

Τα κόκκινα δάνεια σύμπτωμα προβλημάτων

Τ​​α κόκκινα δάνεια αποτελούν σημαντικό «αγκάθι» στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Δεσμεύουν κεφάλαια και δεν επιτρέπουν στις τράπεζες να χρηματοδοτήσουν υποσχόμενες επιχειρήσεις, ενώ όσο δεν «αντιμετωπίζονται», αυξάνεται ο κίνδυνος για νέα ανακεφαλαιοποίηση και bail-in. Γι’ αυτό οι επίσημοι πιστωτές και η ΕΚΤ πιέζουν για επιθετικότερη διαχείρισή τους και για την επίσπευση των πλειστηριασμών, οι οποίοι ακόμα εμποδίζονται από διάφορες, μάλλον περιθωριακές, ομάδες, με στόχο κυρίως τους «στρατηγικούς κακοπληρωτές». Για τους τελευταίους τίθεται μάλιστα, εμμέσως πλην σαφώς, και θέμα ηθικής τάξεως, αφού δυστροπούν εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Αυτή είναι η κρατούσα άποψη στον Τύπο και στην κοινή γνώμη, η οποία, χωρίς να είναι λαθεμένη, είναι μάλλον μυωπική. Ως προς το ηθικό σκέλος, η έκρηξη του αριθμού των «στρατηγικών κακοπληρωτών» ως ποσοστό των δανειοληπτών, σε σχέση, π.χ., με το 2007, δημιουργεί ερωτήματα, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη κατηγορία συνήθως παρουσιάζει αποκλίνουσα συμπεριφορά ασχέτως των οικονομικών συνθηκών που επικρατούν.

Ταυτόχρονα, σχεδόν όλες οι τράπεζες ενέπιπταν, έως το ξέσπασμα της κρίσης, στην κατηγορία των «στρατηγικών κακοδανειστών», πουλώντας, ανεύθυνα και επιθετικά, καταναλωτικά κυρίως δάνεια. Προ της κρίσης μια ξένη τράπεζα, που έχει πλέον πουλήσει τις δραστηριότητές της στην Ελλάδα, μου είχε στείλει μια επιταγή 10.000 ευρώ «με τους καλύτερους όρους της αγοράς», προτείνοντάς μου να ανακαινίσω το σπίτι μου, να πάω το ταξίδι των ονείρων μου ή να χαρίσω κάτι μοναδικό στο αγαπημένο μου πρόσωπο. Μια άλλη –από αυτές που σήμερα αποκαλούνται συστημικές– μου τηλεφώνησε για να μου στείλει cash card, και αφού παραξενεύτηκα γιατί δεν είχα λογαριασμό εκεί, κατάλαβα ότι προσπαθούσαν κεκαλυμμένα να μου πουλήσουν δάνειο. Μια άλλη, επίσης συστημική σήμερα τράπεζα, μου είχε στείλει μια «χρυσή» πιστωτική κάρτα με υψηλότατο πιστωτικό όριο, χωρίς να έχω κάνει ποτέ αίτηση. Ακόμη και στα στεγαστικά δάνεια η μελέτη των Αρταβάνη, Morse και Τσούτσουρα (2015) έδειξε ότι οι τράπεζες είχαν άτυπους συντελεστές προσαύξησης των δηλωμένων εισοδημάτων συγκεκριμένων κατηγοριών δανειοληπτών, βάσει των οποίων προχωρούσαν σε εκταμιεύσεις δανείων, τα οποία «στα χαρτιά» δεν θα μπορούσαν να αποπληρωθούν ποτέ.

Μια επίσης εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη των Lusardi & Tufano (2009) απέδειξε ότι μόνο το ένα τρίτο των πολιτών στις ΗΠΑ ήταν σε θέση να εκτιμήσουν τις οικονομικές επιπτώσεις ενός δανείου ή μιας πιστωτικής κάρτας. Γι’ αυτόν τον λόγο οι τράπεζες οφείλουν να πωλούν τις υπηρεσίες τους με μεγάλη υπευθυνότητα, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν γινόταν πριν από την κρίση. Ασχέτως, όμως, του πώς μοιράζεται η ευθύνη μεταξύ κακοδανειστών και κακοπληρωτών, τα κόκκινα δάνεια είναι μια πραγματικότητα και συνιστούν μείζον πρόβλημα για τον χρηματοπιστωτικό τομέα και την οικονομία γενικότερα. Το βασικό ερώτημα, όμως, είναι αν τα κόκκινα δάνεια είναι καθαυτά το πρόβλημα ή αν αποτελούν το σύμπτωμα μιας ιδιαίτερα άρρωστης οικονομίας, με θεμελιώδη προβλήματα όπως το κόστος και οι στρεβλώσεις του ασφαλιστικού, το μέγεθος και η αναποτελεσματικότητα του κράτους, η παράλυση της Δικαιοσύνης, η έλλειψη οικονομικής ελευθερίας, οι εύθραυστοι θεσμοί γενικά, η καταστροφική φορολογία κ.λπ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο σχεδιασμός των τραπεζών προβλέπει την επαναγορά από τις ίδιες του μεγαλύτερου μέρους των ακινήτων που θα εκπλειστηριαστούν, θέτοντας σοβαρά ζητήματα τόσο ηθικής τάξεως όσο και ουσίας, δεδομένου ότι αυτό δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί «εξυγίανση».

Την ίδια στιγμή, οι ίδιες οι τράπεζες ως οργανισμοί αντιμετωπίζουν μεγάλες προκλήσεις λόγω του Διαδικτύου και τεχνολογιών όπως το blockchain, τις οποίες δύσκολα μπορούν να διαχειριστούν με τη σημερινή τους ιδιαίτερα βαριά οργανωτική δομή και στελέχωση. Για τους λόγους αυτούς η έμφαση που δίδεται στα κόκκινα δάνεια ως αυτοτελές πρόβλημα και ο θόρυβος περί «στρατηγικών κακοπληρωτών» αποπροσανατολίζουν ενδεχομένως από τα βαθύτερα προβλήματα.




*Δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 6.11.2017 της Καθημερινής

Sunday, August 21, 2016

Σοβαρά δομικά προβλήματα καθηλώνουν τις εξαγωγές


Π​ρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, που δημοσιεύθηκε στο οικονομικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος τον περασμένο μήνα, προκρίνει πολύ σωστά τη δημιουργία/υποστήριξη νέων επιχειρήσεων με εξαγωγικό προσανατολισμό ως κρίσιμο στόχο πολιτικής. Παρότι οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι η ανάπτυξη των εξαγωγών αποτελεί τη μοναδική ίσως λύση για να εξέλθει η χώρα από την κρίση, το θέμα ουδόλως απασχόλησε τόσο την παρούσα όσο και τις προηγούμενες «μνημονιακές» κυβερνήσεις. Η ολοκληρωμένη στρατηγική προώθησης των ελληνικών εξαγωγών που παρέδωσε το ολλανδικό υπουργείο Οικονομικών στην ελληνική κυβέρνηση τον Νοέμβριο του 2012, μία πραγματικά εξαιρετική δουλειά, σκονίζεται σε κάποιο συρτάρι. Ομοίως οι πάντες αδιαφόρησαν για τη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, «Ο γρίφος των χαμένων εξαγωγών της Ελλάδος», που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2014. Χρησιμοποιώντας ένα εξειδικευμένο οικονομετρικό μοντέλο (Gravity model), οι ερευνητές υπολόγισαν την αξία των «χαμένων» εξαγωγών της χώρας, δηλαδή τη διαφορά αυτών που εξάγουμε σήμερα σε σχέση με αυτά τα οποία θα έπρεπε να πουλάμε στο εξωτερικό, σε 17 δισ. περίπου, δηλαδή πολύ περισσότερα απ’ όσα εισπράττουμε ετησίως από τον τουρισμό. Το ποσό αυτό είναι σήμερα μεγαλύτερο γιατί οι εξαγωγές έχουν εν τω μεταξύ μειωθεί σημαντικά, κυρίως εξαιτίας των κεφαλαιακών περιορισμών. Δεν είναι τυχαίο ότι βαφτίσαμε τον τουρισμό «βαριά βιομηχανία» σε μια προσπάθεια ωραιοποίησης της κατάντιας μας.

Παρότι η εμπειρική μελέτη του ΙΟΒΕ εστιάζει στις νέες επιχειρήσεις, το γεγονός ότι βάζει το θέμα «στο τραπέζι» είναι καλοδεχούμενο. Στόχος της εν λόγω μελέτης είναι «η διατύπωση προτάσεων πολιτικής για την ενίσχυση της επιχειρηματικής εξωστρέφειας και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας». Μεταξύ των διαπιστώσεων περιλαμβάνονται, πρώτον, ότι οι επιχειρήσεις που έχουν εδραιωθεί στον κλάδο τους (σ.σ. κάτι μάλλον δύσκολο για νέες επιχειρήσεις) τείνουν να έχουν μεγαλύτερη επιτυχία στη διείσδυση σε αγορές εκτός των συνόρων και, δεύτερον, ότι απαραίτητες προϋποθέσεις για την αύξηση της εξαγωγικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων αποτελούν η ρευστότητα και οι περιορισμένες υποχρεώσεις προς τρίτους (αναγνωρίζοντας εμμέσως πλην σαφώς την απόλυτη πιστωτική ασφυξία στη χώρα μας). Οι προτάσεις στις οποίες καταλήγει η μελέτη περιλαμβάνουν την ανάπτυξη των συμβουλευτικών δομών και την αποτελεσματική παροχή υποστηρικτικών υπηρεσιών στο πεδίο της μεταφοράς πληροφοριών και γνώσης, την ανάπτυξη στρατηγικών σχεδίων δράσης, την αξιοποίηση εργαλείων δικτύωσης, την εξάλειψη νομικών εμποδίων και την ενημέρωση για πιθανούς τρόπους χρηματοδότησης (sic). Μεταξύ άλλων θεωρεί χρήσιμη και την κατάρτιση ενός πρακτικού οδηγού για τη δραστηριοποίηση εκτός Ελλάδος.

Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανείς που να διαφωνεί με τη χρησιμότητα των προτάσεων, ειδικά εάν αυτές αφορούσαν μία άλλη χώρα. Ο Ελληνας εξαγωγέας όμως πρέπει να ανταγωνιστεί στον σκληρό διεθνή στίβο, πληρώνοντας τριπλάσια επιτόκια σε σχέση με τους Γερμανούς, πολύ ακριβότερο ρεύμα, υψηλότατους και απρόβλεπτους φόρους και δυσβάστακτο γραφειοκρατικό κόστος. Πρέπει ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας εξαιτίας της κατάστασης των ελληνικών τραπεζών και της αρνητικής πιστωτικής επέκτασης, της απροθυμίας των ξένων προμηθευτών να παράσχουν πιστώσεις –ειδικά μετά την τραγωδία της επιβολής κεφαλαιακών περιορισμών– αλλά και εξαιτίας της καθυστέρησης με την οποία το υπουργείο Οικονομικών επιστρέφει τον ΦΠΑ, στραγγαλίζοντας έτσι τις μόνες επιχειρήσεις που μπορούν να κρατήσουν ζωντανή την ελληνική οικονομία. Ακόμη και οι σχετικά λίγες επιχειρήσεις που μπορούν να ξεπεράσουν αυτές τις αντιξοότητες και να πετύχουν, θα αντιμετωπίσουν ένα πολύ υψηλό επίπεδο φορολογίας που θα τις οδηγήσει, αργά ή γρήγορα, είτε σε μετεγκατάσταση είτε σε λύσεις (νόμιμης) φοροαποφυγής, όπως έχουν ήδη κάνει όλες οι μεγάλες εξωστρεφείς εταιρείες.

Δυστυχώς τόσο το ΙΟΒΕ όσο και η ΤτΕ, με τη στήριξη της οποίας πραγματοποιήθηκε η εργασία, αγνόησαν «τον ελέφαντα στο δωμάτιο». Οσο το πελατειακό κράτος εξακολουθεί να προσπαθεί να διατηρηθεί βραχυπρόθεσμα εν ζωή, φορολογώντας μέχρις εξαφανίσεως τις επιχειρήσεις και υιοθετώντας μία ολοένα και πιο εχθρική στάση προς την επιχειρηματικότητα, ούτε η βελτίωση των εξαγωγών, ούτε η ανάπτυξη, ούτε η έξοδος από την κρίση θα έλθουν. Το πρόβλημα είναι δομικής φύσεως και δεν αντιμετωπίζεται με την «ανάπτυξη των συμβουλευτικών δομών και την αποτελεσματική παροχή υποστηρικτικών υπηρεσιών», αλλά με τη ριζική αναδιάρθρωση του κράτους και του ασφαλιστικού συστήματος που θα επιτρέψει τη φορολογική ελάφρυνση και την προσέλκυση επενδύσεων.

Βασίλης Μασσέλος

Δημοσιεύθηκε στην  "Κυριακάτικη Καθημερινή" της 21ης Αυγούστου 2016

Monday, September 08, 2014

Η έλλειψη ανταγωνισμού στον χρηματοπιστωτικό τομέα περιορίζει τις προοπτικές ανάπτυξης

Η πέμπτη έκθεσή του ΔΝΤ για την Ελλάδα της 16.5.2014 αναφέρεται (σελ. 17) στον κίνδυνο να αποκομίσουν οι τράπεζες "ολιγοπωλιακά κέρδη επιβάλλοντας υψηλά περιθώρια (spreads) και προμήθειες" σημειώνοντας ότι "κάτι τέτοιο θα έχει αντίστοιχο κόστος για την οικονομία".

Οι ενδείξεις ότι το μοντέλο των "συστημικών τραπεζών" οδήγησε στην δημιουργία ολιγοπωλιακών συνθηκών πληθαίνουν. Στις αρχές Σεπτεμβρίου η Καθημερινή έγραφε ότι "αυξήθηκε το περιθώριο κέρδους των τραπεζών τον Ιούλιο καθώς προχώρησαν σε μείωση των επιτοκίων καταθέσεων και αύξηση των επιτοκίων χορηγήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος το επιτοκιακό περιθώριο (δηλαδή η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων) αυξήθηκε κατά 0,24% και διαμορφώθηκε στο 3,91%.". Την ίδια στιγμή οι Τράπεζες προχώρησαν π.χ. στον διπλασιασμό των προμηθειών για την πραγματοποίηση εμβασμάτων στο εξωτερικό μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής χωρίς κάτι τέτοιο να δικαιολογείται από στοιχεία κόστους.


Η υιοθέτηση από την τρόικα της υπερσυγκέντρωσης στον Τραπεζικό κλάδο επιβλήθηκε από τις τότε συνθήκες αλλά αποδεικνύεται μάλλον κοντόφθαλμη. Οι "συστημικές" τράπεζες τελικώς αυξάνουν γεωμετρικά τον συστημικό κίνδυνο αφού είναι "πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν" χωρίς όμως να λύνουν το πρόβλημα της πλημελούς εποπτείας που ίσως συνέτεινε στην απόφαση αυτή. Αξίζει να σημειωθεί ότι με τη δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ 94 Α’/19.4.2012 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου αναστέλλεται η εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων περί συγκέντρωσης ειδικά για τις τράπεζες προκειμένου να καταστεί εφικτή η υλοποίηση του σχεδίου κεφαλαιακής ενίσχυσης αλλά και των συγχωνεύσεων. Παράπλευρη απώλεια αυτής της επιλογής ήταν η κατάργηση πρακτικά του ανταγωνισμού στον χρηματοπιστωτικό κλάδο.


Υπό αυτές τις συνθήκες, μπορούν οι τράπεζες να βοηθήσουν στην οικονομική ανάπτυξη, επιτελώντας τον παραδοσιακό τους ρόλο, δηλαδή της ορθολογικής κατανομής κεφαλαίου στην οικονομία;. Πρόσφατη μελέτη της PwC ανέδειξε τον πρόβλημα των ελληνικών εταιρειών "Zombies" που δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους και έχουν ζημιογόνες χρήσεις.  Αυτές αντιστοιχούν στο 43% του συνολικού κύκλου εργασιών και το 55% των απασχολούμενων κεφαλαίων και το 72% του καθαρού δανεισμού. Εδώ αναρωτιέται κανείς εάν το σημερινό επίπεδο των μή εξυπηρετούμενων δανείων ("έκθεσης" με τη νέα ορολογία) σε συνδυασμό με την κατακρύμνηση της διασφαλιστικής αξίας των ακινήτων εξ αιτίας της παράλογης φορολόγησής τους,  δικαιολογεί την ένταξη και των ίδιων των τραπεζών σε αυτή την κατηγορία.

Δημιουργούνται έτσι σοβαρές αμφιβολίες για τη δυνατότητα των συστημικών τραπεζών να κατευθύνουν αποτελεσματικά κεφάλαια στην οικονομία, χωρίς να αποκομίσουν ολιγοπωλιακά κέρδη. Αν και πρώτης όψεως το σχέδιο του Υπουργείου Ανάπτυξης για επιδότηση επιτοκίου υφιστάμενων δανείων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων φαίνεται θετικό, η εμπειρία από παρόμοια προγράμματα στο παρελθόν θέλει τις τράπεζες να επανακοστολογούν τα δάνεια ώστε να καρπωθούν το μεγαλύτερο μέρος της επιδότησης. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό τα συναρμόδιαΥπουργεία να αναζητήσουν εναλλακτικές οδούς για την χρηματοδότηση των μικρομεσαίων είτε π.χ. με οχήματα ειδικού σκοπού ή με τη δημιουργία μίας κρατικής αναπτυξιακής τράπεζας στα πρότυπα της Γερμανικής KfW.

Σε αντίθεση π.χ. με την αγορά τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών όπου επικρατούν συνθήκες σφοδρότατου ανταγωνισμού μεταξύ ενός πολύ  μικρού αριθμού εταιρειών είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει σήμερα στον χρηματοπιστωτικό τομέα στη χώρα μας. Η τόνωση του ανταγωνισμού μεταξύ των Τραπεζών με κάθε πρόσφορο μέσο πρέπει να αποτελέσει πρώτη προτεραιτότητα του οικονομικού επιτελείου. Σε κάθε περίπτωση η αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς αποτελεί βασική προϋπόθεση ώστε να αξιοποιήσουμε ως χώρα τις πρόσφατες αποφάσεις "ποσοτικής χαλάρωσης" της ΕΚΤ. 

* Ο κύριος Βασίλης Μασσέλος είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Πλεκτικής & Ετοίμου Ενδύματος